Thursday, March 15, 2012

Διαφορές της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας από Χριστιανισμό


 Οι διαφορές της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας από τον Χριστιανισμό


Με τον όρο «Ελληνική Εθνική Θρησκεία» εννοούμε το σύνολο των «νομιζομένων» των Εθνικών (δηλαδή μη χριστιανών) Ελλήνων του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, για τον Κόσμο, για τους Θεούς, για την εκδηλωμένη φύση, για τα ζώα και τους ανθρώπους. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία, είναι μία Θρησκεία πολυθεϊστική, εθνική, οργανική και, κυρίως, φυσική, δεν έχει δηλαδή ιδρυθεί από έναν ή περισσότερους ανθρώπους, «προφήτες» ή «θεανθρώπους», αλλά αποτελεί μία δίχως αρχή και τέλος πνευματική συνεξέλιξη με την βιολογική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική οντότητα του έθνους που λέγεται Ελληνικό.


Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία, με εντελώς δικές της κατηγορίες και αναφορές, αποτελεί ένα πλήρες κοσμοαντιληπτικό, θεολογικό, ηθικό και λατρευτικό σύστημα, όχι μόνο εντελώς ασύμβατο προς την νυν κρατούσα Θρησκεία, αλλά και ολοκληρωτικά αντίθετο προς αυτήν. Εκτός από την πολύ χυδαία μορφή μίας «interpretatio christiana» (χριστιανικής δηλαδή «ερμηνείας», ή μάλλον παρερμηνείας της), την οποία μας παρουσίασαν οι μισαλλόδοξοι και βέβηλοι χριστιανοί θεολόγοι που στα παραληρηματικά πονήματά τους ελεεινολογούν και βρίζουν με τον χειρότερο τρόπο τα ιερά σεβάσματα των Ελλήνων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μίας αθέλητης επίσης χριστιανικής και άρα άκυρης, ερμηνείας, η οποία προκαλείται απλώς από το γεγονός ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουν κατά κανόνα υποστεί συστηματικό προγραμματισμό της σκέψης και του φαντασιακού τους από την εξ οικείων μετάδοση, τα ελεγχόμενα σχολεία και την διαρκή προπαγάνδα του Χριστιανισμού.


Οι Louise Bruit Zaidman και Pauline Schmitt Pantel γράφουν πολύ σωστά στο κεφάλαιο «Συμπεράσματα» του βιβλίου τους «La Religion Grecque dans les cites a l epoque classique» («Η Θρησκεία στις Ελληνικές Πόλεις της Κλασικής Εποχής», Αθήνα, 2004): «Η τάση να μελετούμε την Ελληνική Θρησκεία, ευνοώντας ορισμένες πλευρές της που φαίνεται ότι προανήγγελλαν μία ανώτερη ευσέβεια, η οποία ήταν πλησιέστερη προς τις χριστιανικές αξίες, οδήγησε συχνά στην ερμηνεία των λατρευτικών πρακτικών ορισμένων μειοψηφιών, όπως ήταν οι Πυθαγόρειοι και οι Ορφικοί, ως προάγγελους μιας άλλης αντίληψης του Θείου. Με την ίδια λογική, οι μυστηριακές λατρείες και οι μυητικές τελετές ερμηνεύτηκαν συχνά με τους όρους σωτηριολογικών Θρησκειών και παρουσιάσθηκαν ως μία προετοιμασία για το επέκεινα, για μία μετά θάνατον ζωή, κάτι όμως που δεν συνάδει με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις στα πλαίσια των Ελληνικών πόλεων».


Οι διαφορές της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας από τον Χριστιανισμό είναι πάμπολλες, μερικές μόνον των οποίων θα παραθέσουμε εδώ, για να γίνει στοιχειωδώς κατανοητή η άβυσσος διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές, δημιουργώντας όχι μόνον αντιδιαμετρικές και αντιμαχόμενες αντιλήψεις για τα πράγματα, αλλά και αντιδιαμετρικούς και αντιμαχόμενους τύπους ανθρώπου με αντιδιαμετρικούς και αντιμαχόμενους τρόπους ζωής.


Α. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία αποτελεί μία εξαιρετικά υψηλού επιπέδου, φυσική και όχι ιδρυθείσα, Θρησκεία, η οποία βασίζεται επάνω στην αλήθεια του Κόσμου, αντί σε διάφορες ονειροπολήσεις για τον Κόσμο, και δέχεται την πραγματικότητα όπως εκείνη είναι, αντί όπως την θέλει να είναι η ανθρώπινη ανασφάλεια. Αναγνωρίζει την Δικαιοσύνη και την Αρμονία ως κυρίαρχους νόμους του Σύμπαντος, αντί να προβάλλει με βέβηλο τρόπο διάφορα ανθρώπινα ή ζωώδη συναισθήματα (λ.χ. αγάπη, φόβο, ζήλεια, κ.ο.κ.) στις σφαίρες των Θεών. Δεν ηθικολογεί, δεν δικάζει υποτιθέμενους αμαρτωλούς, ούτε εκφοβίζει ανασφαλείς ανθρώπους, αλλά διδάσκει τον άνθρωπο την ύψιστη σοφία τού να αποδέχεται την πραγματικότητα, να συμμετέχει σε αυτή και να τιμά όλα εκείνα που την συνέχουν (δηλαδή τους φυσικούς νόμους και τους Θεούς).


Β. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία έχει κυρίως συλλογική διάσταση και ασκεί ευεργετική διαπλαστική επίδραση επάνω στην κοινότητα. Ο ιερέας της αποτελεί τον εκπρόσωπο, συχνά μάλιστα εκλεγμένο, της κοινότητος απέναντι στους Θεούς, πρωτεύοντα δε ρόλο παίζει όχι το θεολόγημα αλλά η πράξις, η επαναλαμβανόμενη τελετουργία η οποία διατηρεί αδιάσπαστη την αόρατη αλυσίδα της ζωής των γενών, η οποία ενώνει το παρελθόν με το μέλλον και τους προγόνους με τους απογόνους. Αντιθέτως, ο Χριστιανισμός κατευθύνει τον εξατομικευμένο άνθρωπο σε προσπάθεια προσωπικής επικοινωνίας με τον Θεό και ακυρώνει κάθε κοινότητα έξω από την αντι-κοινότητα (μία επιβεβλημένη κοινότητα που θέλει να αφανίσει όλες τις κανονικές κοινότητες) που αυτο-αποκαλείται «Εκκλησία». Ο ιερέας του δεν αποτελεί εκπρόσωπο τού «εκκλησιάσματος» απέναντι στον εχθρό των Θεών Θεό των χριστιανών, αλλά εκπρόσωπός του απέναντι στους ανθρώπους, πρωτεύοντα δε ρόλο παίζει όχι η πράξις, από την οποία εξαιρούνται οι τελευταίοι, αλλά το θεολόγημα, στην υπηρεσία του οποίου βιοπορίζονται αμέτρητοι «θεολόγοι», δηλαδή διαχειριστές της ακαταληψίας και του παραλογισμού.


Γ. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία δέχεται το Σύμπαν ως αιώνια και μοναδική πραγματικότητα, ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι αυτό δεν είναι παρά μία κατασκευή («κτίσμα») ενός Θεού που τάχα προϋπήρχε. Το υποτιθέμενο «κτίσμα» έχει μία χρονική αρχή, άρα και ένα χρονικό τέλος, συνεπώς για τους χριστιανούς δεν είναι αιώνιο.


Δ. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία δέχεται ότι τίποτε δεν υπάρχει έξω από το Σύμπαν, συνεπώς όλα τα δημιουργικά του αίτια και οι Θεοί βρίσκονται μέσα σε αυτό, ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι ο υποτιθέμενος Δημιουργός Θεός του βρίσκεται έξω από το Σύμπαν και απλώς το διαχειρίζεται ως ιδιόκτητο αντικείμενό του.


Ε. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία δέχεται τους Θεούς ως μη προσωπικά όντα και ταξιθέτες, υποχρεωμένους να σέβονται τους φυσικούς νόμους που οι ίδιοι έθεσαν προς χάρη της ευταξίας του Κόσμου, ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι ο Θεός του είναι πρόσωπο και μονάρχης, ελεύθερος να συμπεριφερθεί κατά βούληση στο «κτίσμα» του ή στα αμέτρητα τμήματά του.


ΣΤ. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία δέχεται πολλούς Θεούς ως αυτονόητες πληθύνσεις της αρχικής εσωκοσμικής θεϊκής υπόστασης, ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι ο εξωκοσμικός Θεός του (με το «άρρητο» τετραγράμματο όνομα, YHVH, σε ανάπτυξη Ιαχωβά) είναι ένας και μοναδικός, υβρίζοντας κατά συνέπεια τις άλλες αθάνατες οντότητες σαν «δαίμονες» («omnes enim dii gentium daemonia», «όλοι οι Θεοί των Εθνών είναι δαίμονες»).


Ζ. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία απορρίπτει ως παντελώς παράλογη την ύπαρξη ενός «Κακού», το οποίο υποτίθεται ότι στέκει διαχωρισμένο, αυτόνομο και αυτεξούσιο, αφού το λεγόμενο «Κακό» μπορεί να υπάρξει ως σχετική μόνο και συγκριτική έννοια, απέναντι σε εκείνη του «Αγαθού». Στον Χριστιανισμό αντιθέτως, η αυτόνομη ύπαρξη του «Κακού» αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δόγματα της πίστης του. Ακόμα χειρότερα, στο υποτίθεται αυτόνομο «Κακό», ο Χριστιανισμός δίνει προσωπική υπόσταση, χειροτερεύοντας την προϋπάρξασα αντίληψη του Ιουδαϊσμού περί «αντίπαλου» του Θεού, αλλά απρόσωπου «Κακού»,


Η. Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία δέχεται ότι το Σύμπαν διέπεται από μία άθραυστη νομοτέλεια, ότι τα πράγματα και τα γεγονότα ακολουθούν μία «Ειμαρμένη» (η λέξη ετυμολογείται από το ρήμα «μείρομαι», δηλ. λαμβάνω σε μοιρασιά το τμήμα που μου ανήκει, ο τύπος του οποίου ρήματος στον παρακείμενο χρόνο της παθητικής φωνής είναι «είμαρμαι»), καθώς και ότι ο χρόνος που διαμορφώνει αυτά τα πράγματα και γεγονότα δεν είναι γραμμικός, ενώ αντιθέτως ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι το «κτίσμα» διέπεται από την διαρκή θεϊκή παρεμβατικότητα, ότι τα πράγματα και τα γεγονότα ρυθμίζονται από την Πρόνοια του Θεού, καθώς και ότι ο χρόνος είναι γραμμικός .


Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2009




Τα γνωρίσματα του Ελληνικού πνεύματος. Εισαγωγή.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ


Η Ελλάδα μαζί με τα μικρασιατικά παράλια, αποτελεί ένα μικρό τμήμα της Ευρώπης και στον παγκόσμιο χάρτη ίσα που μπορείς να ξεχωρίσεις το χρώμα που αφήνει σαν στίγμα επάνω του. Όμως η μικρή αυτή χώρα, μας έδωσε μια τέχνη που εμείς σήμερα μετά από χιλιάδες χρόνια εξέλιξης, προσπαθούμε να την φτάσουμε, γνωρίζοντας όμως ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε. Μας έδωσε την βάση για το λεξιλόγιό μας σε παγκόσμιο επίπεδο για κάθε τέχνη, πολιτική σκέψη, επιστήμες κλπ.. Συνέλαβε και κρατά ως σήμερα την ανώτερη μόρφωσή μας. Άσκησε ανεξάντλητη γοητεία ακόμα και σε πνεύματα αλλότρια ή εχθρικά.
Ο Απόστολος Παύλος, ο Εβραίος των Εβραίων, που ονόμασε την σοφία των Ελλήνων μωρία, ελκύστηκε από τον Άρειο πάγο τους και είδε τον εαυτό του να προσαρμόζει το ευαγγέλιο στο ύφος τους και να αναφέρει στίχους από τους ποιητές της ξένης αυτής φυλής. Ύστερα από αυτόν η εκκλησία που δημιουργήθηκε για να είναι κήρυγμα εναντίον του Ελληνισμού, μετάφρασε τα δόγματά της στην γλώσσα των Ελλήνων.
Ύστερα για καιρό η Ελληνική επίδραση στην δύση σταμάτησε εντελώς. Στο κόσμο κυριάρχησε ένα διανοητικό και πνευματικό σύστημα που αποστρεφόταν το πνεύμα του Ελληνισμού. Και τούτος θαμμένος μέσα στις βυζαντινές βιβλιοθήκες και φυλακισμένος μέσα σε μια γλώσσα που η ευρώπη την είχε ξεχάσει, φαινόταν ότι είχε πια τελειωτικά σβήσει.
Περνούν χίλια και πλέον χρόνια μεσαίωνα και βρίσκουμε την Ιταλία μεθυσμένη από το Ελληνικό πνεύμα, σαν από νέο κρασί. Τη βλέπουμε να προσπαθεί να το μελετήσει, να το ερμηνέψει και εν τέλει να το παρανοεί απελπιστικά. Την βλέπουμε να παρατά την προραφαηλιτική τέχνη για να ξεθάψει τα αγάλματα και να ξεχνά την γοτθική αρχιτεκτονική για να μιμηθεί Παρθενώνες.
Και μετά το Ελληνικό πνεύμα σαν άνεμος που ξεχύθηκε μέσα από τους ασκούς του Αιόλου σαρώνει την Ευρώπη απ' άκρου εις άκρο. Γεννά επαναστάσεις στην Αγγλία και στην Γαλλία, γεννά πολίτες και δημοκρατία. Γεννά φιλοσοφία στην Γερμανία και με την σειρά της αυτή, νέες επαναστάσεις και νέες ιδέες μέχρι το πιο ανατολικό άκρο της Ευρώπης. Γεννά ταξίδια, νέες ανακαλύψεις, αποικίες, προκλήσεις και εμπόδια όμως που ο μη παιδευμένος στον ελληνισμό, Ευρωπαίος πολίτης προσπαθώντας να τα φέρει στα μέτρα του τα παραμόρφωσε.
Ο κόσμος από τότε συνεχώς αφήνει τον ελληνισμό κατά μέρος, μιας και είναι πολύ φοβερός και πολύ κουραστικός για τον χριστιανικό κόσμο ώστε να ζει στο ύψος του, αλλά συνεχώς τον ανακαλύπτει και πάλι γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν.
Αυτή είναι η ιστορία του Ελληνικού πνεύματος.
Το Ελληνικό πνεύμα είναι ανεξάντλητο και πολύπλευρο. Οι Έλληνες ήταν όμοια γονείς της φαυλότητας και της υψηλής ηθικής, του ορθολογισμού και της συναισθηματικής λατρείας, του Σωκράτη και του Πυθαγόρα, του Επίκουρου και του Ζήνωνα. Είναι η επιτομή της ανθρώπινης φύσης. Ο Έλληνας έχει τυλιγμένη όλη την ανθρωπότητα μέσα του και θα πρέπει να προσέχει πολύ κανείς όταν πρόκειται να του αρνηθεί την όποια ποιότητα.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το πνεύμα του Ελληνσιμού θα προσπαθήσουμε να μελετήσουμε την πιο αντιπροσωπευτική εποχή και τους πιο αντιπροσωπευτικούς ανθρώπους. Και για να γίνει αυτό θα ακολουθήσουμε την άποψη του Νίτσε, μιας και οξύτερο κριτικό δεν γνώρισαν οι Έλληνες.



Τα γνωρίσματα του Ελληνικού πνεύματος. Εισαγωγή. 2ο μέρος.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ


Όπως είπαμε από την αρχή η ευρύτητα του Ελληνικού πνεύματος είναι πολύπλευρη. Προσπαθώντας να το εξερευνήσουμε συχνά το παρανοούμε όχι από πρόθεση, μα από σύγχυση. Στους περισσότερους μελετητές του Ελληνισμού θα βρούμε μία παράξενη ασυμφωνία.
Ο Γκαίτε είδε τον Έλληνα γαλήνιο, μεγαλόπρεπο σαν την γλυπτική του τέχνη. Παράστησε τους Έλληνες σαν μία Ολύμπια ανθρωπότητα, που ζούσε σε έναν ιδανικό κόσμο. Άλλοι συγγραφείς βλέπουν τον Βάκχο και τις ναϊάδες, το κρασί και τον έρωτα και το ένστικτο της σάρκας. Στον Χομπς η κλασσική αγωγή φαινόταν σαν να υποκινεί την ανταρσία κατά της μοναρχίας. Ο Μπένταμ είδε στου νόμους του Σόλωνα και του Λυκούργου, την "ευκαιρία" που έχασε η ανθρωπότητα από το να εγκαταλείψει την ιδέα της ιδιοκτησίας. Ο Τζόνσον με γεμάτη οργή παραδοξολογία είδε το ακροατήριο του Δημοσθένη σαν βάρβαρο και σαν συνέλευση κτηνών.
Καμιά από αυτές τις θεωρίες δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει για πολύ. Μερικές έχουν δίκαια εγκαταλειφθεί και άλλες είναι καθαρά στενές και ατελείς. Την προσοχή μας σήμερα αποσπά το ηθικό πνεύμα των Ελλήνων και εκείνη η εμμονή με αυτό που αυτοί ονόμαζαν αρετή. Η μελέτη αυτών των ανθρώπων μπορεί να μας δώσει αν όχι ένα ευαγγέλιο με την χριστιανική έννοια, πάντως έναν κανόνα με τον οποίο μπορούμε να ζήσουμε. Οι θαυμαστές τους, τιμώντας το Ελληνικό πνεύμα στις σοβαρότερες και σπουδαιότερες απόψεις του στρέφονται στην Ελληνική λογοτεχνία όπως άλλοι άνθρωποι στρέφονται στην βίβλο.
Στους Έλληνες δεν θα συναντήσουμε το "ηθικό πνεύμα", όπως αυτό το διδαχτήκαμε από τον κυρίαρχο μέσω των θρησκειών Ιουδαϊκό πολιτισμό, αλλά την ηθική της φύσης. Επίσης δεν θα συναντήσουμε δόγμα επάνω στην ηθική, μιας και αυτή όπως και το κάθε τι είναι προς αναζήτηση. Για να αναζητήσουμε αυτό το πνεύμα πρέπει να μελετήσουμε τον Σωκράτη, αλλά να μην αγνοήσουμε τον Αριστοφάνη, να μελετήσουμε τον Θουκυδίδη, αλλά να μην αγνοήσουμε τον Ηρόδοτο. Δεν πρέπει να έχουμε πίνακα απαγορευμένων βιβλίων, αναζητώντας μία πιο πλατιά γνώση για αυτούς.
Ακόμα όμως και για ανθρώπους όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας, όπου ο ηθικός κανόνας ομοιάζει πολύ με τον σημερινό, θα δούμε ότι δεν αποτελούσε αυτό που θα λέγαμε το κέντρο της ψυχής τους. Ολόκληρη η ηθική τους ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή ενός ανθρώπου όπως ο Απόστολος Παύλος. Στο τέλος κάθε επιστολής του Παύλου θα δούμε μία έντονη ψυχική ορμή, εξορκισμούς, παρακλήσεις και δάκρυα. Στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα το θερμόμετρο κατεβαίνει απότομα. Στους διαλόγους τους θα βρούμε μόνο λόγο. Η λογική προσπαθεί να παραμερίσει το συναίσθημα διαρκώς. Δεν έχουμε διδαχή αλλά αλληλεπίδραση. Τα ερωτήματα διαμορφώνουν τις απαντήσεις, οι οποίες προσπαθούν να διαμορφωθούν από την ανθρώπινη έλλογη αντίληψη των πραγμάτων.
Οι Έλληνες στην πραγματικότητα δεν έχουν αίσθημα της αμαρτίας όπως εμείς την διδαχθήκαμε σήμερα. Τα αμαρτήματα τα έβλεπαν σαν ατέλειες και τα ονόμαζαν "αμαρτίας", αστοχήματα δηλαδή. Τέτοια πράγματα ήταν αναγκαίο να γίνονται και όταν συνέβαιναν το καλύτερο είναι να ξεχνιούνται. Είναι ανώφελο να ξοδεύεις σκέψη και τύψεις, γιατί δε βρήκες τον στόχο. Είναι καλύτερα να τραβάς μπροστά και να επιτύχης τον στόχο την επόμενη φορά! by ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ

emmanouilpapas.blogspot.com

No comments:

Post a Comment